Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυφαίνω

/a.niˈfe.no/ρήμα
•
  1. συνώνυμο του υφαίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανυφαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνυφαίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- + υφαίνω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανυφαίνωανυφαίνειςανυφαίνειανυφαίνουμεανυφαίνετεανυφαίνουν / ανυφαίνουνε
Παρατατικόςανύφαιναανύφαινεςανύφαινεανυφαίναμεανυφαίνατεανυφαίναν / ανυφαίνανε / ανύφαιναν
Αόριστοςανύφαναανύφανεςανύφανεανυφάναμεανυφάνατεανυφάναν / ανυφάνανε / ανύφαναν
Μέλλονταςθα ανυφάνω / θα ανυφαίνωθα ανυφάνεις / θα ανυφαίνειςθα ανυφάνει / θα ανυφαίνειθα ανυφάνουμε / θα ανυφαίνουμεθα ανυφάνετε / θα ανυφαίνετεθα ανυφάνουν / θα ανυφάνουνε / θα ανυφαίνουν / θα ανυφαίνουνε
Παρακείμενοςέχω ανυφάνειέχεις ανυφάνειέχει ανυφάνειέχουμε ανυφάνειέχετε ανυφάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανυφάνειείχες ανυφάνειείχε ανυφάνειείχαμε ανυφάνειείχατε ανυφάνει—
Υποτακτικήνα έχω ανυφάνει / να ανυφάνω / να ανυφαίνωνα έχεις ανυφάνει / να ανυφάνεις / να ανυφαίνειςνα έχει ανυφάνει / να ανυφάνει / να ανυφαίνεινα έχουμε ανυφάνει / να ανυφάνουμε / να ανυφαίνουμενα έχετε ανυφάνει / να ανυφάνετε / να ανυφαίνετενα ανυφάνουν / να ανυφάνουνε / να ανυφαίνουν / να ανυφαίνουνε
Προστακτική—ανύφαινε / ανύφανε——ανυφάνετε / ανυφαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →