ανυφαίνω
•
- συνώνυμο του υφαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανυφαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνυφαίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- + υφαίνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανυφαίνω | ανυφαίνεις | ανυφαίνει | ανυφαίνουμε | ανυφαίνετε | ανυφαίνουν / ανυφαίνουνε |
| Παρατατικός | ανύφαινα | ανύφαινες | ανύφαινε | ανυφαίναμε | ανυφαίνατε | ανυφαίναν / ανυφαίνανε / ανύφαιναν |
| Αόριστος | ανύφανα | ανύφανες | ανύφανε | ανυφάναμε | ανυφάνατε | ανυφάναν / ανυφάνανε / ανύφαναν |
| Μέλλοντας | θα ανυφάνω / θα ανυφαίνω | θα ανυφάνεις / θα ανυφαίνεις | θα ανυφάνει / θα ανυφαίνει | θα ανυφάνουμε / θα ανυφαίνουμε | θα ανυφάνετε / θα ανυφαίνετε | θα ανυφάνουν / θα ανυφάνουνε / θα ανυφαίνουν / θα ανυφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανυφάνει | έχεις ανυφάνει | έχει ανυφάνει | έχουμε ανυφάνει | έχετε ανυφάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανυφάνει | είχες ανυφάνει | είχε ανυφάνει | είχαμε ανυφάνει | είχατε ανυφάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ανυφάνει / να ανυφάνω / να ανυφαίνω | να έχεις ανυφάνει / να ανυφάνεις / να ανυφαίνεις | να έχει ανυφάνει / να ανυφάνει / να ανυφαίνει | να έχουμε ανυφάνει / να ανυφάνουμε / να ανυφαίνουμε | να έχετε ανυφάνει / να ανυφάνετε / να ανυφαίνετε | να ανυφάνουν / να ανυφάνουνε / να ανυφαίνουν / να ανυφαίνουνε |
| Προστακτική | — | ανύφαινε / ανύφανε | — | — | ανυφάνετε / ανυφαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →