ανφάν γκατέ
•
- χαϊδεμένος, παραχαϊδεμένος (συνήθως κοσμικός) νέος ή νέα, (συνεκδοχικά) κακομαθημένος Βικιλεξικό
- Μα βεβαίως αγαπητή μου! Στα νιάτα του υπήρξε το ανφάν γκατέ της αθηναϊκής κοινωνίας. Ήταν προτεζέ του κοσμήτορα του Πανεπιστημίου, παντρεύτηκε την κόρη του και έγινε καθηγητής.
- περιληπτικόη αφρόκρεμα Βικιλεξικό
- Που λες, μαζεύτηκε όλο το ανφάν γκατέ στο πάρτι γενεθλίων της θυγατέρας του
- παρωχημένοπαραχαϊδεμένο, κακομαθημένο παιδί από τους γονείς του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανφάν γκατέ < (άμεσο δάνειο) γαλλική enfant gâté < enfant + gâté (χαϊδεμένο, κακομαθημένο παιδί)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →