ανφέρ
•
- λόγος ή ενέργεια που παραβιάζει τους κανόνες της ηθικής ή της ισότητας, ιδίως όταν χρησιμοποιείται εσκεμμένα, για να αδικήσει ή να μειώσει κάποιον αντίπαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανφέρ < αγγλική unfair < αγγλοσαξονική unfæġer < πρωτογερμανική *unfagraz
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →