ανωδομή
•
- αρχιτεκτονικήτο τμήμα της οικοδομικής κατασκευής που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο Βικιλεξικό
- Ως τότε η ανωδομή και οι διαστάσεις του ναού μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές και κατανοητές μόνον από ειδικούς (εφημερίδα Τα Νέα, 29/1/2013)
Ετυμολογία
ανωδομή < άνω + δομή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλικά superstructure)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανωδομή | ανωδομές |
| Γενική | ανωδομής | ανωδομών |
| Αιτιατική | ανωδομή | ανωδομές |
| Κλητική | ανωδομή | ανωδομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →