Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανωμοτί

επίρρημα
•
  1. νομικός όροςχωρίς όρκο, ανορκίστως, ανόρκιστα Βικιλεξικό
    • Ο εισαγγελέας ζήτησε να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, (...) να ληφθούν καταθέσεις από τους γονείς του 19χρονου, αλλά και τους αυτόπτες μάρτυρες, καθώς και να κληθούν άμεσα σε ανωμοτί κατάθεση ο οδηγός και ο ελεγκτής. (*)

Ετυμολογία

ανωμοτί < αρχαία ελληνική ἀνωμοτί < ἀνώμοτος < ὄμνυμι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →