ανωτέρω
•
- λόγιοπαραπάνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανωτέρω < αρχαία ελληνική ἀνωτέρω < ἄνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ανωτέρω < αρχαία ελληνική ἀνωτέρω < ἄνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →