Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανόργανος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μη οργανικός, που δεν περιέχει άνθρακα Βικιλεξικό
    • η ανόργανη ύλη
    • υπάρχει παγκόσμια τάση υποκατάστασης του PVC με πολυμερή που τα χαρακτηριστικά αντοχής στην καύση θα προσδίδουν ανόργανα fillers (π.χ. υδροξείδιο του μαγνησίου, υδροξείδιο αργιλίου, χουντίτης, υδρομαγνησίτης). (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 67)
  2. που δεν έχει όργανα ή δεν προϋποθέτει τη χρήση τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανόργανος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανόργανοςανόργανηανόργανο
Γενικήανόργανουανόργανηςανόργανου
Αιτιατικήανόργανοανόργανηανόργανο
Κλητικήανόργανεανόργανηανόργανο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανόργανοιανόργανεςανόργανα
Γενικήανόργανωνανόργανωνανόργανων
Αιτιατικήανόργανουςανόργανεςανόργανα
Κλητικήανόργανοιανόργανεςανόργανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →