ανόργωτος
•
- που δεν οργώθηκε Βικιλεξικό
- που δεν μπορεί να οργωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανόργωτος < αν- στερητικό + οργώ(νω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανόργωτος | ανόργωτη | ανόργωτο |
| Γενική | ανόργωτου | ανόργωτης | ανόργωτου |
| Αιτιατική | ανόργωτο | ανόργωτη | ανόργωτο |
| Κλητική | ανόργωτε | ανόργωτη | ανόργωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανόργωτοι | ανόργωτες | ανόργωτα |
| Γενική | ανόργωτων | ανόργωτων | ανόργωτων |
| Αιτιατική | ανόργωτους | ανόργωτες | ανόργωτα |
| Κλητική | ανόργωτοι | ανόργωτες | ανόργωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →