Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανύψωση

/aˈni.pso.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω Βικιλεξικό
  2. κυριολεκτικάτοποθέτηση πιο ψηλά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάβελτίωση του ποιοτικού επιπέδου Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάέκφραση καλών λόγων Βικιλεξικό
  5. γλωσσολογίαη μετακίνηση όρου μιας δευτερεύουσας πρότασης (όπως το υποκείμενο ή το αντικείμενο) προς την πρόταση από την οποία εξαρτάται Βικιλεξικό
    • (Χρειάζεται παράδειγμα)
  6. γλωσσολογίαφωνηεντική μεταβολή του /e/ σε [i] ή του /o/ σε [u] Βικιλεξικό
    • σε νεοελληνικές διαλέκτους: παιδί /peˈði/ > πιδί [piˈði]
    • στην μεσαιωνική ελληνική κωνώπιον /koˈno.pi.on/ > κουνούπιον [kuˈnu.pi.on]
    • στην αττική διάλεκτο η κατάληξη -ης στην γενική ενικού των ονομάτων της πρώτης κλίσης ήταν -ου [uː], από το παλαιότερο -ω, [ɔː] που υπάρχει στον Όμηρο και στην δωρική διάλεκτο. Αυτό το -ω προέκυψε από κράση του -ᾱο σε ω.

Ετυμολογία

ανύψωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνύψω(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε (αν-) + ύψωση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανύψωσηανυψώσεις
Γενικήανύψωσηςανυψώσεων
Αιτιατικήανύψωσηανυψώσεις
Κλητικήανύψωσηανυψώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →