ανύψωση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάτοποθέτηση πιο ψηλά Βικιλεξικό
- μεταφορικάβελτίωση του ποιοτικού επιπέδου Βικιλεξικό
- μεταφορικάέκφραση καλών λόγων Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη μετακίνηση όρου μιας δευτερεύουσας πρότασης (όπως το υποκείμενο ή το αντικείμενο) προς την πρόταση από την οποία εξαρτάται Βικιλεξικό
- (Χρειάζεται παράδειγμα)
- γλωσσολογίαφωνηεντική μεταβολή του /e/ σε [i] ή του /o/ σε [u] Βικιλεξικό
- σε νεοελληνικές διαλέκτους: παιδί /peˈði/ > πιδί [piˈði]
- στην μεσαιωνική ελληνική κωνώπιον /koˈno.pi.on/ > κουνούπιον [kuˈnu.pi.on]
- στην αττική διάλεκτο η κατάληξη -ης στην γενική ενικού των ονομάτων της πρώτης κλίσης ήταν -ου [uː], από το παλαιότερο -ω, [ɔː] που υπάρχει στον Όμηρο και στην δωρική διάλεκτο. Αυτό το -ω προέκυψε από κράση του -ᾱο σε ω.
Ετυμολογία
ανύψωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνύψω(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε (αν-) + ύψωση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανύψωση | ανυψώσεις |
| Γενική | ανύψωσης | ανυψώσεων |
| Αιτιατική | ανύψωση | ανυψώσεις |
| Κλητική | ανύψωση | ανυψώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →