Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανώγειο

/aˈno.ʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υπερυψωμένο ισόγειο Βικιλεξικό
  2. κατασκευή ή χώρος πάνω από το ισόγειο Βικιλεξικό
  3. , ανώγι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανώγειο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανώγειος < (ελληνιστική κοινή) ἀνώγειον αρχαία ελληνική ἀνώγαιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανώγειοανώγεια
Γενικήανωγείου / ανώγειουανωγείων / ανώγειων
Αιτιατικήανώγειοανώγεια
Κλητικήανώγειοανώγεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →