ανώνυμος
•
- που δεν έχει όνομα Βικιλεξικό
- που δεν είναι διάσημος Βικιλεξικό
- οικονομίαπου δεν αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο Βικιλεξικό
- ανώνυμη εταιρεία, ανώνυμοι τίτλοι
- πληροφορικήχρησιμοποιείται από κάποια προγράμματα για νέα αρχεία που δεν έχουν αποθηκευτεί ακόμα, και άρα είναι ανώνυμα Βικιλεξικό
- πολεοδομίαγια τον προσδιορισμό οδών που δεν έχουν ονοματιστεί ακόμα στο σχέδιο πόλεως Βικιλεξικό
- οδός ανώνυμος ₄
Ετυμολογία
ανώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + -ώνυμος :* για σύγχρονους όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anonyme ή από την αγγλική anonuymous < λατινική anonymus < αρχαία ελληνική ἀνώνυμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανώνυμος | ανώνυμη | ανώνυμο |
| Γενική | ανώνυμου | ανώνυμης | ανώνυμου |
| Αιτιατική | ανώνυμο | ανώνυμη | ανώνυμο |
| Κλητική | ανώνυμε | ανώνυμη | ανώνυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανώνυμοι | ανώνυμες | ανώνυμα |
| Γενική | ανώνυμων | ανώνυμων | ανώνυμων |
| Αιτιατική | ανώνυμους | ανώνυμες | ανώνυμα |
| Κλητική | ανώνυμοι | ανώνυμες | ανώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →