Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανώνυμος

/aˈno.ni.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει όνομα Βικιλεξικό
  2. που δεν είναι διάσημος Βικιλεξικό
  3. οικονομίαπου δεν αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο Βικιλεξικό
    • ανώνυμη εταιρεία, ανώνυμοι τίτλοι
  4. πληροφορικήχρησιμοποιείται από κάποια προγράμματα για νέα αρχεία που δεν έχουν αποθηκευτεί ακόμα, και άρα είναι ανώνυμα Βικιλεξικό
  5. πολεοδομίαγια τον προσδιορισμό οδών που δεν έχουν ονοματιστεί ακόμα στο σχέδιο πόλεως Βικιλεξικό
    • οδός ανώνυμος ₄

Ετυμολογία

ανώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + -ώνυμος :* για σύγχρονους όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anonyme ή από την αγγλική anonuymous < λατινική anonymus < αρχαία ελληνική ἀνώνυμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανώνυμοςανώνυμηανώνυμο
Γενικήανώνυμουανώνυμηςανώνυμου
Αιτιατικήανώνυμοανώνυμηανώνυμο
Κλητικήανώνυμεανώνυμηανώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανώνυμοιανώνυμεςανώνυμα
Γενικήανώνυμωνανώνυμωνανώνυμων
Αιτιατικήανώνυμουςανώνυμεςανώνυμα
Κλητικήανώνυμοιανώνυμεςανώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →