ανώτερος
•
- ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου ανώτερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανώτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνώτερος < ἄνω (σε κάποιες περιπτώσεις σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική supérieur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανώτερος | ανώτεροι |
| Γενική | ανωτέρου | ανωτέρων |
| Αιτιατική | ανώτερο | ανωτέρους |
| Κλητική | ανώτερε | ανώτεροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →