αξάν
•
- χαρακτηριστικός τρόπος προφοράς που προδίδει τη γλωσσική ή τοπική καταγωγή του ομιλητή, ιδίως όταν πρόκειται για ξενική ή έντονα διακριτή άρθρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξάν < γαλλική accent < λατινική accentus < accino < ad- + cano (τραγουδώ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →