αξέστρωτος
•
- που δεν έχει ξεστρωθεί Βικιλεξικό
- λαϊκότροποάστρωτος, ξεστρωμένος, ξέστρωτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξέστρωτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀξέστρωτος < ἀ- + ξεστρώνω + -τος < ξε- + στρώνω < (ελληνιστική κοινή) / στρώννυμι < αρχαία ελληνική στόρνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sterh₃- (τείνω, εκτείνω, εξαπλώνω) # αξέστρωτος < α- πλεοναστικό + ξέστρωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξέστρωτος | αξέστρωτη | αξέστρωτο |
| Γενική | αξέστρωτου | αξέστρωτης | αξέστρωτου |
| Αιτιατική | αξέστρωτο | αξέστρωτη | αξέστρωτο |
| Κλητική | αξέστρωτε | αξέστρωτη | αξέστρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξέστρωτοι | αξέστρωτες | αξέστρωτα |
| Γενική | αξέστρωτων | αξέστρωτων | αξέστρωτων |
| Αιτιατική | αξέστρωτους | αξέστρωτες | αξέστρωτα |
| Κλητική | αξέστρωτοι | αξέστρωτες | αξέστρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →