αξίζω
•
- είμαι άξιος Βικιλεξικό
- είμαι αντάξιος Βικιλεξικό
- έχω τη συγκεκριμένη τιμή, τη συγκεκριμένη αξία, κοστίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀξίζω < αρχαία ελληνική ἄξιος
Άλλοι τύποι
άξιζα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →