αξίνα
•
- το σκαπτικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλικό εξάρτημα, που έχει δύο άκρες, μία μυτερή και μια πλατιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀξίνα < αρχαία ελληνική ἀξίνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αξίνα | αξίνες |
| Γενική | αξίνας | αξινών |
| Αιτιατική | αξίνα | αξίνες |
| Κλητική | αξίνα | αξίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →