Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξαφνιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ξαφνικό, απρόσμενο κακό (χρησιμοποιείται στην Πελοπόννησο) Βικιλεξικό
    • Αυτή, η αξαφνιά μεγιστοποιεί τη θλίψη των συγγενών του. (από τοπική εδημερίδα)

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαξαφνιάαξαφνιές
Γενικήαξαφνιάςαξαφνιών
Αιτιατικήαξαφνιάαξαφνιές
Κλητικήαξαφνιάαξαφνιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →