αξεδιάλυτα
•
- χωρίς να μπορούμε να το ξεδιαλύνουμε, να το διαλευκάνουμε Βικιλεξικό
- χωρίς να μπορούμε να τα διαχωρίσουμε Βικιλεξικό
- Συγγραφέας και δημοσιογράφος. Αξεδιάλυτα. Ο δημοσιογράφος Καμύ είναι απόλυτα επίκαιρος, όσο ο συγγραφέας. (*)
Ετυμολογία
αξεδιάλυτα < αξεδιάλυτος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →