Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξετρύπωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν ξετρυπώσει, δεν τον έχουν βγάλει από την τρύπα του ή δεν τον έχουν ανακαλύψει Βικιλεξικό
  2. οικείοπου δεν τον έχουν ξετρυπώσει, δεν του έχουν αφαιρέσει τα τρυπώματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξετρύπωτος < α- + ξετρυπώνω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξετρύπωτοςαξετρύπωτηαξετρύπωτο
Γενικήαξετρύπωτουαξετρύπωτηςαξετρύπωτου
Αιτιατικήαξετρύπωτοαξετρύπωτηαξετρύπωτο
Κλητικήαξετρύπωτεαξετρύπωτηαξετρύπωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξετρύπωτοιαξετρύπωτεςαξετρύπωτα
Γενικήαξετρύπωτωναξετρύπωτωναξετρύπωτων
Αιτιατικήαξετρύπωτουςαξετρύπωτεςαξετρύπωτα
Κλητικήαξετρύπωτοιαξετρύπωτεςαξετρύπωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →