αξημέρωτα
•
- χωρίς να έχει (ακόμα) ξημερώσει Βικιλεξικό
- Ήταν ακόμη αξημέρωτα και με ξυπνήσανε τα επίμονα γαβγίσματα των σκυλιών. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1988) Από την άλλη όχθη του χρόνου [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
αξημέρωτα < αξημέρωτος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →