αξιάδα
•
- το να είναι κάποιος άξιος, η ιδιότητα του άξιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιάδα < άξιος + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιάδα | αξιάδες |
| Γενική | αξιάδας | αξιάδων |
| Αιτιατική | αξιάδα | αξιάδες |
| Κλητική | αξιάδα | αξιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →