Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιέραστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αξιαγάπητος, θελκτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιέραστος < αρχαία ελληνική ἀξιέραστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιέραστοςαξιέραστηαξιέραστο
Γενικήαξιέραστουαξιέραστηςαξιέραστου
Αιτιατικήαξιέραστοαξιέραστηαξιέραστο
Κλητικήαξιέραστεαξιέραστηαξιέραστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιέραστοιαξιέραστεςαξιέραστα
Γενικήαξιέραστωναξιέραστωναξιέραστων
Αιτιατικήαξιέραστουςαξιέραστεςαξιέραστα
Κλητικήαξιέραστοιαξιέραστεςαξιέραστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →