Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αξία ή τις αξίες ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
    • Η παιδεία ως πρόταγμα συνιστά την κεντρική έννοια του αρχαιοελληνικού αξιακού κώδικα αλλά και το πρόγραμμα της υπερδισχιλιετούς φιλοσοφικής παράδοσης της Δύσης. (Ελευθεροτυπία, *)
    • Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)

Ετυμολογία

αξιακός < αξία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιακόςαξιακήαξιακό
Γενικήαξιακούαξιακήςαξιακού
Αιτιατικήαξιακόαξιακήαξιακό
Κλητικήαξιακέαξιακήαξιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιακοίαξιακέςαξιακά
Γενικήαξιακώναξιακώναξιακών
Αιτιατικήαξιακούςαξιακέςαξιακά
Κλητικήαξιακοίαξιακέςαξιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →