αξιογέλαστος
•
- λόγιογελοίος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιογέλαστος < άξιος + -ο- + γελώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιογέλαστος | αξιογέλαστη | αξιογέλαστο |
| Γενική | αξιογέλαστου | αξιογέλαστης | αξιογέλαστου |
| Αιτιατική | αξιογέλαστο | αξιογέλαστη | αξιογέλαστο |
| Κλητική | αξιογέλαστε | αξιογέλαστη | αξιογέλαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιογέλαστοι | αξιογέλαστες | αξιογέλαστα |
| Γενική | αξιογέλαστων | αξιογέλαστων | αξιογέλαστων |
| Αιτιατική | αξιογέλαστους | αξιογέλαστες | αξιογέλαστα |
| Κλητική | αξιογέλαστοι | αξιογέλαστες | αξιογέλαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →