αξιοκατηγόρητος
•
- αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιοκατηγόρητος < αξιο- + κατηγορώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοκατηγόρητος | αξιοκατηγόρητη | αξιοκατηγόρητο |
| Γενική | αξιοκατηγόρητου | αξιοκατηγόρητης | αξιοκατηγόρητου |
| Αιτιατική | αξιοκατηγόρητο | αξιοκατηγόρητη | αξιοκατηγόρητο |
| Κλητική | αξιοκατηγόρητε | αξιοκατηγόρητη | αξιοκατηγόρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοκατηγόρητοι | αξιοκατηγόρητες | αξιοκατηγόρητα |
| Γενική | αξιοκατηγόρητων | αξιοκατηγόρητων | αξιοκατηγόρητων |
| Αιτιατική | αξιοκατηγόρητους | αξιοκατηγόρητες | αξιοκατηγόρητα |
| Κλητική | αξιοκατηγόρητοι | αξιοκατηγόρητες | αξιοκατηγόρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →