Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιολογήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςθηλυκό του αξιολογητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιολογήτρια < αξιολογητής + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαξιολογήτριααξιολογήτριες
Γενικήαξιολογήτριαςαξιολογητριών
Αιτιατικήαξιολογήτριααξιολογήτριες
Κλητικήαξιολογήτριααξιολογήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →