αξιολογήτρια
•
- νεολογισμόςθηλυκό του αξιολογητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιολογήτρια < αξιολογητής + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιολογήτρια | αξιολογήτριες |
| Γενική | αξιολογήτριας | αξιολογητριών |
| Αιτιατική | αξιολογήτρια | αξιολογήτριες |
| Κλητική | αξιολογήτρια | αξιολογήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →