αξιολογία
•
- φιλοσοφίαφιλοσοφική θεωρία που ασχολείται με την μελέτη και εφαρμογή αξιών Βικιλεξικό
- σύστημα αξιών Βικιλεξικό
- σπάνιοαξιολόγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική axiologie < αρχαία ελληνική ἄξιος + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιολογία | αξιολογίες |
| Γενική | αξιολογίας | αξιολογιών |
| Αιτιατική | αξιολογία | αξιολογίες |
| Κλητική | αξιολογία | αξιολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →