Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αξιολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την αξιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιολογικός < αξιολογώ + -ικός (2.σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική axiologique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιολογικόςαξιολογικήαξιολογικό
Γενικήαξιολογικούαξιολογικήςαξιολογικού
Αιτιατικήαξιολογικόαξιολογικήαξιολογικό
Κλητικήαξιολογικέαξιολογικήαξιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιολογικοίαξιολογικέςαξιολογικά
Γενικήαξιολογικώναξιολογικώναξιολογικών
Αιτιατικήαξιολογικούςαξιολογικέςαξιολογικά
Κλητικήαξιολογικοίαξιολογικέςαξιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →