αξιολογικός
•
- που έχει σχέση με την αξιολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με την αξιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιολογικός < αξιολογώ + -ικός (2.σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική axiologique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιολογικός | αξιολογική | αξιολογικό |
| Γενική | αξιολογικού | αξιολογικής | αξιολογικού |
| Αιτιατική | αξιολογικό | αξιολογική | αξιολογικό |
| Κλητική | αξιολογικέ | αξιολογική | αξιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιολογικοί | αξιολογικές | αξιολογικά |
| Γενική | αξιολογικών | αξιολογικών | αξιολογικών |
| Αιτιατική | αξιολογικούς | αξιολογικές | αξιολογικά |
| Κλητική | αξιολογικοί | αξιολογικές | αξιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →