Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιολογώ

/a.ksi.o.loˈɣo/ρήμα
•
  1. αποτιμώ την αξία ή τη σημασία (ανθρώπου, πράγματος, διαδικασίας κ.λπ.) με τρόπο αντικειμενικό και συγκριτικό Βικιλεξικό
    • παλιότερη γραφή: ἀξιολογῶ

Ετυμολογία

αξιολογώ < αξιόλογ(ος) + -ώ < αρχαία ελληνική ἀξιόλογος < ἄξιος + λέγω. Μορφολογικά αναλύεται σε αξιο- + -λογώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαξιολογώαξιολογείςαξιολογείαξιολογούμεαξιολογείτεαξιολογούν / αξιολογούνε
Παρατατικόςαξιολογούσααξιολογούσεςαξιολογούσεαξιολογούσαμεαξιολογούσατεαξιολογούσαν / αξιολογούσανε
Αόριστοςαξιολόγησααξιολόγησεςαξιολόγησεαξιολογήσαμεαξιολογήσατεαξιολογήσαν / αξιολογήσανε / αξιολόγησαν
Μέλλονταςθα αξιολογήσω / θα αξιολογώθα αξιολογήσεις / θα αξιολογείςθα αξιολογήσει / θα αξιολογείθα αξιολογήσουμε / θα αξιολογούμεθα αξιολογήσετε / θα αξιολογείτεθα αξιολογήσουν / θα αξιολογήσουνε / θα αξιολογούν / θα αξιολογούνε
Παρακείμενοςέχω αξιολογήσειέχεις αξιολογήσειέχει αξιολογήσειέχουμε αξιολογήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αξιολογήσειείχες αξιολογήσειείχε αξιολογήσειείχαμε αξιολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω αξιολογήσει / να αξιολογήσω / να αξιολογώνα έχεις αξιολογήσει / να αξιολογήσεις / να αξιολογείςνα έχει αξιολογήσει / να αξιολογήσει / να αξιολογείνα έχουμε αξιολογήσει / να αξιολογήσουμε / να αξιολογούμενα αξιολογήσετε / να αξιολογείτενα αξιολογήσουν / να αξιολογήσουνε / να αξιολογούν / να αξιολογούνε
Προστακτική—αξιολόγησε——αξιολογήστε / αξιολογείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αξιολογήθηκααξιολογούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →