αξιοπαρόμοιαστος
•
- λόγιοπου αξίζει να τον παρομοιάσει κάποιος Βικιλεξικό
- Λοιπόν είναι αξιοπαρόμοιαστοι με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι. (Διονύσιος Σολωμός, Διάλογος)
Ετυμολογία
αξιοπαρόμοιαστος < άξιος + -ο- + παρομοιάζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοπαρόμοιαστος | αξιοπαρόμοιαστη | αξιοπαρόμοιαστο |
| Γενική | αξιοπαρόμοιαστου | αξιοπαρόμοιαστης | αξιοπαρόμοιαστου |
| Αιτιατική | αξιοπαρόμοιαστο | αξιοπαρόμοιαστη | αξιοπαρόμοιαστο |
| Κλητική | αξιοπαρόμοιαστε | αξιοπαρόμοιαστη | αξιοπαρόμοιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοπαρόμοιαστοι | αξιοπαρόμοιαστες | αξιοπαρόμοιαστα |
| Γενική | αξιοπαρόμοιαστων | αξιοπαρόμοιαστων | αξιοπαρόμοιαστων |
| Αιτιατική | αξιοπαρόμοιαστους | αξιοπαρόμοιαστες | αξιοπαρόμοιαστα |
| Κλητική | αξιοπαρόμοιαστοι | αξιοπαρόμοιαστες | αξιοπαρόμοιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →