Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αξιοποιώ, η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που μου παρέχει κάτι, έτσι ώστε να φτάσει στο υψηλότερο σημείο της απόδοσής του Βικιλεξικό
    • Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)

Ετυμολογία

αξιοποίηση < αξιοποιώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαξιοποίησηαξιοποιήσεις
Γενικήαξιοποίησηςαξιοποιήσεων
Αιτιατικήαξιοποίησηαξιοποιήσεις
Κλητικήαξιοποίησηαξιοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →