αξιοποιήσιμος
•
- που μπορεί να αξιοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιοποιήσιμος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοποιήσιμος | αξιοποιήσιμη | αξιοποιήσιμο |
| Γενική | αξιοποιήσιμου | αξιοποιήσιμης | αξιοποιήσιμου |
| Αιτιατική | αξιοποιήσιμο | αξιοποιήσιμη | αξιοποιήσιμο |
| Κλητική | αξιοποιήσιμε | αξιοποιήσιμη | αξιοποιήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοποιήσιμοι | αξιοποιήσιμες | αξιοποιήσιμα |
| Γενική | αξιοποιήσιμων | αξιοποιήσιμων | αξιοποιήσιμων |
| Αιτιατική | αξιοποιήσιμους | αξιοποιήσιμες | αξιοποιήσιμα |
| Κλητική | αξιοποιήσιμοι | αξιοποιήσιμες | αξιοποιήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →