αξιοπρεπής
•
- που διακρίνεται για σωστή συμπεριφορά, σεμνότητα, σοβαρότητα και ευγένεια Βικιλεξικό
- επαρκής, ικανοποιητικός Βικιλεξικό
- Και τώρα προς χάριν αυτής η ελληνική κοινωνία αναγκάζεται να χάσει δικαιώματα στοιχειώδη όπως η προστασία της εργασίας, η αξιοπρεπής σύνταξη, η αξιοπρεπής αμοιβή (για ένα μεγάλο κομμάτι χαμηλόμισθων υπαλλήλων). (*)
- Βασιζόταν στην καλή του εμφάνιση και στην όμορφη κορμοστασιά του, στους εκλεπτυσμένους τρόπους του και στην αξιοπρεπή του μόρφωση για να κερδίσει όσα ήθελε, και σπάνια απογοητευόταν. Παρ' όλα αυτά, δεν έβρισκε ησυχία.
Ετυμολογία
αξιοπρεπής < αρχαία ελληνική ἀξιοπρεπής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοπρεπής | αξιοπρεπής | αξιοπρεπές |
| Γενική | αξιοπρεπούς | αξιοπρεπούς | αξιοπρεπούς |
| Αιτιατική | αξιοπρεπή | αξιοπρεπή | αξιοπρεπές |
| Κλητική | αξιοπρεπή / αξιοπρεπής | αξιοπρεπής | αξιοπρεπές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοπρεπείς | αξιοπρεπείς | αξιοπρεπή |
| Γενική | αξιοπρεπών | αξιοπρεπών | αξιοπρεπών |
| Αιτιατική | αξιοπρεπείς | αξιοπρεπείς | αξιοπρεπή |
| Κλητική | αξιοπρεπείς | αξιοπρεπείς | αξιοπρεπή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →