αξιοπρόσεκτος
•
- που αξίζει να τον προσέξει, να τον παρατηρήσει κάποιος, γιατί παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιοπρόσεκτος < αξιο- + προσέχω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοπρόσεκτος | αξιοπρόσεκτη | αξιοπρόσεκτο |
| Γενική | αξιοπρόσεκτου | αξιοπρόσεκτης | αξιοπρόσεκτου |
| Αιτιατική | αξιοπρόσεκτο | αξιοπρόσεκτη | αξιοπρόσεκτο |
| Κλητική | αξιοπρόσεκτε | αξιοπρόσεκτη | αξιοπρόσεκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοπρόσεκτοι | αξιοπρόσεκτες | αξιοπρόσεκτα |
| Γενική | αξιοπρόσεκτων | αξιοπρόσεκτων | αξιοπρόσεκτων |
| Αιτιατική | αξιοπρόσεκτους | αξιοπρόσεκτες | αξιοπρόσεκτα |
| Κλητική | αξιοπρόσεκτοι | αξιοπρόσεκτες | αξιοπρόσεκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →