αξιωματικός
•
- στρατιωτικός βαθμόςστρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπλοίαρχος ή μηχανικός του εμπορικού ναυτικού Βικιλεξικό
- σκάκιπιόνι που μετακινείται μόνο διαγωνίως σε όποια απόσταση θέλει ο παίκτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιωματικός< ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου αξιωματικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική officier
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιωματικός | αξιωματικοί |
| Γενική | αξιωματικού | αξιωματικών |
| Αιτιατική | αξιωματικό | αξιωματικούς |
| Κλητική | αξιωματικέ | αξιωματικοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →