Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιωματικός

/a.ksi.o.ma.tiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός βαθμόςστρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςπλοίαρχος ή μηχανικός του εμπορικού ναυτικού Βικιλεξικό
  3. σκάκιπιόνι που μετακινείται μόνο διαγωνίως σε όποια απόσταση θέλει ο παίκτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιωματικός< ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου αξιωματικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική officier

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαξιωματικόςαξιωματικοί
Γενικήαξιωματικούαξιωματικών
Αιτιατικήαξιωματικόαξιωματικούς
Κλητικήαξιωματικέαξιωματικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αξιωματικός

/a.ksi.o.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση Βικιλεξικό
    • αξιωματική αντιπολίτευση: το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη βουλή
  2. μαθηματικάπου είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα Βικιλεξικό
    • αξιωματική μέθοδος

Ετυμολογία

αξιωματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀξιωματικός :* (μαθηματική έννοια) < (άμεσο δάνειο) γαλλική axiomatique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιωματικόςαξιωματικήαξιωματικό
Γενικήαξιωματικούαξιωματικήςαξιωματικού
Αιτιατικήαξιωματικόαξιωματικήαξιωματικό
Κλητικήαξιωματικέαξιωματικήαξιωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιωματικοίαξιωματικέςαξιωματικά
Γενικήαξιωματικώναξιωματικώναξιωματικών
Αιτιατικήαξιωματικούςαξιωματικέςαξιωματικά
Κλητικήαξιωματικοίαξιωματικέςαξιωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →