Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιόμαχο

/a.ksiˈo.ma.xo/επίθετο, ουδέτερο
•
  1. η ικανότητα κάποιου να μάχεται (αποτελεσματικά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιόμαχο < ουδέτερο του αξιόμαχος < αρχαία ελληνική ἀξιόμαχος < ἄξιος + μάχη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιόμαχοαξιόμαχοαξιόμαχο
Γενικήαξιόμαχουαξιόμαχουαξιόμαχου
Αιτιατικήαξιόμαχοαξιόμαχοαξιόμαχο
Κλητικήαξιόμαχοαξιόμαχοαξιόμαχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιόμαχααξιόμαχααξιόμαχα
Γενικήαξιόμαχωναξιόμαχωναξιόμαχων
Αιτιατικήαξιόμαχααξιόμαχααξιόμαχα
Κλητικήαξιόμαχααξιόμαχααξιόμαχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →