Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιόμεμπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι άξιος μομφής, που αξίζει να τον μεμφθούμε, να τον κατηγορήσουμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιόμεμπτος < άξιος + μέμφομαι + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιόμεμπτοςαξιόμεμπτηαξιόμεμπτο
Γενικήαξιόμεμπτουαξιόμεμπτηςαξιόμεμπτου
Αιτιατικήαξιόμεμπτοαξιόμεμπτηαξιόμεμπτο
Κλητικήαξιόμεμπτεαξιόμεμπτηαξιόμεμπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιόμεμπτοιαξιόμεμπτεςαξιόμεμπτα
Γενικήαξιόμεμπτωναξιόμεμπτωναξιόμεμπτων
Αιτιατικήαξιόμεμπτουςαξιόμεμπτεςαξιόμεμπτα
Κλητικήαξιόμεμπτοιαξιόμεμπτεςαξιόμεμπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →