Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αξιοσύνη Βικιλεξικό
    • Εμείς όταν ήρθαμε στο Βασίλειο της Ρωμιοσύνης, τι αξιότητα είχαμε! Μια και μοναχή, που βάλαμε το αίμα τους μέσα στις φλέβες μας, και μας έδωσε δύναμη και ζωή· εφτάψυχους μα τον προφήτη μας έκαμε. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου, δ, 1897)

Ετυμολογία

αξιότητα < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαξιότητααξιότητες
Γενικήαξιότηταςαξιοτήτων
Αιτιατικήαξιότητααξιότητες
Κλητικήαξιότητααξιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →