αξιώνω
•
- απαιτώ, ζητώ, έχω την αξίωση Βικιλεξικό
- αξιώνουμε την ικανοποίηση των αιτημάτων μας
- θεωρώ κάποιον άξιο μιας ικανοποίησης, δίνω σε κάποιον την ικανοποίηση (να χαρεί κάτι) Βικιλεξικό
- ευχαριστώ το Θεό που με αξίωσε να σε δω έναν καταξιωμένο επιστήμονα
Ετυμολογία
αξιώνω < αρχαία ελληνική ἀξιόω, -ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αξιώνω | αξιώνεις | αξιώνει | αξιώνουμε | αξιώνετε | αξιώνουν / αξιώνουνε |
| Παρατατικός | αξίωνα | αξίωνες | αξίωνε | αξιώναμε | αξιώνατε | αξίωναν / αξιώναν / αξιώνανε |
| Αόριστος | αξίωσα | αξίωσες | αξίωσε | αξιώσαμε | αξιώσατε | αξίωσαν / αξιώσαν / αξιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αξιώνω / θα αξιώσω | θα αξιώνεις / θα αξιώσεις | θα αξιώνει / θα αξιώσει | θα αξιώνουμε / θα αξιώσουμε | θα αξιώνετε / θα αξιώσετε | θα αξιώνουν / θα αξιώνουνε / θα αξιώσουν / θα αξιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αξιώσει | έχεις αξιώσει | έχει αξιώσει | έχουμε αξιώσει | έχετε αξιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αξιώσει | είχες αξιώσει | είχε αξιώσει | είχαμε αξιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αξιώσει / να αξιώνω / να αξιώσω | να έχεις αξιώσει / να αξιώνεις / να αξιώσεις | να έχει αξιώσει / να αξιώνει / να αξιώσει | να έχουμε αξιώσει / να αξιώνουμε / να αξιώσουμε | να έχετε αξιώσει / να αξιώνετε / να αξιώσετε | να αξιώνουν / να αξιώνουνε / να αξιώσουν / να αξιώσουνε |
| Προστακτική | — | αξίωνε / αξίωσε | — | — | αξιώνετε / αξιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →