αξονομετρικός
•
- που έχει σχέση με την αξονομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξονομετρικός < αξονομετρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξονομετρικός | αξονομετρική | αξονομετρικό |
| Γενική | αξονομετρικού | αξονομετρικής | αξονομετρικού |
| Αιτιατική | αξονομετρικό | αξονομετρική | αξονομετρικό |
| Κλητική | αξονομετρικέ | αξονομετρική | αξονομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξονομετρικοί | αξονομετρικές | αξονομετρικά |
| Γενική | αξονομετρικών | αξονομετρικών | αξονομετρικών |
| Αιτιατική | αξονομετρικούς | αξονομετρικές | αξονομετρικά |
| Κλητική | αξονομετρικοί | αξονομετρικές | αξονομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →