Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αοιδός

/a.iˈðos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στην αρχαία Ελλάδααυτός που συνέθετε και έψαλλε ποιήματα με τη συνοδεία κιθάρας/φόρμιγγας Βικιλεξικό
    • Μακράν του κόσμου, τον μεθά ποιητική μαγεία· / ο κόσμος όλος δι’ αυτόν είν’ οι ωραίοι στίχοι. / Διά τον αοιδόν αυτής έκτισ’ η Φαντασία / άυλον οίκον στερεόν ον δεν κλονίζ’ η τύχη. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Αοιδός)
  2. μουσικήο τραγουδιστής/η τραγουδίστρια της όπερας (ή παλαιότερα γενικά η τραγουδίστρια) Βικιλεξικό
    • Στη συνέχεια του γράμματος ο παππούς άλλαζε απότομα τόνο και έγραφε για κάποιο καφέ σαντάν στην πλατεία Λαυρίου όπου εμφανιζόταν η Γαλλίδα αοιδός Ζαν ντ' Αρά —ο Τζον και ο Λη κατάλαβαν από τα συμφραζόμενα τι ήταν το «καφέ σαντάν»—κι όπου πήγαινε κάθε σαββατόβραδο (προφανώς με την Κλαιρ) για να ακούσει γαλλικά και ιταλικά τραγούδια. Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

αοιδός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀοιδός < ἀείδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂weyd-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαοιδόςαοιδοί
Γενικήαοιδούαοιδών
Αιτιατικήαοιδόαοιδούς
Κλητικήαοιδέαοιδοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →