Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αοριστολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αοριστολογία ή τον αοριστολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αοριστολογικός < αοριστολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαοριστολογικόςαοριστολογικήαοριστολογικό
Γενικήαοριστολογικούαοριστολογικήςαοριστολογικού
Αιτιατικήαοριστολογικόαοριστολογικήαοριστολογικό
Κλητικήαοριστολογικέαοριστολογικήαοριστολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαοριστολογικοίαοριστολογικέςαοριστολογικά
Γενικήαοριστολογικώναοριστολογικώναοριστολογικών
Αιτιατικήαοριστολογικούςαοριστολογικέςαοριστολογικά
Κλητικήαοριστολογικοίαοριστολογικέςαοριστολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →