αοριστολογικός
•
- που έχει σχέση με την αοριστολογία ή τον αοριστολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αοριστολογικός < αοριστολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αοριστολογικός | αοριστολογική | αοριστολογικό |
| Γενική | αοριστολογικού | αοριστολογικής | αοριστολογικού |
| Αιτιατική | αοριστολογικό | αοριστολογική | αοριστολογικό |
| Κλητική | αοριστολογικέ | αοριστολογική | αοριστολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αοριστολογικοί | αοριστολογικές | αοριστολογικά |
| Γενική | αοριστολογικών | αοριστολογικών | αοριστολογικών |
| Αιτιατική | αοριστολογικούς | αοριστολογικές | αοριστολογικά |
| Κλητική | αοριστολογικοί | αοριστολογικές | αοριστολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →