αοριστολογώ
•
- λέω αοριστολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αοριστολογώ < αοριστολογία + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αοριστολογώ | αοριστολογείς / αοριστολόγει | αοριστολογεί | αοριστολογούμε | αοριστολογείτε | αοριστολογούν |
| Παρατατικός | αοριστολογούσα | αοριστολογούσες | αοριστολογούσε | αοριστολογούσαμε | αοριστολογούσατε | αοριστολογούσαν |
| Αόριστος | αοριστολογήσω / αοριστολόγησα | αοριστολογήσεις / αοριστολόγησε / αοριστολόγησες | αοριστολογήσει / αοριστολόγησε | αοριστολογήσαμε / αοριστολογήσουμε | αοριστολογήσατε / αοριστολογήσετε / αοριστολογήστε | αοριστολογήσουν / αοριστολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αοριστολογήσω / θα αοριστολογώ | θα αοριστολογήσεις / θα αοριστολογείς | θα αοριστολογήσει / θα αοριστολογεί | θα αοριστολογήσουμε / θα αοριστολογούμε | θα αοριστολογήσετε / θα αοριστολογείτε | θα αοριστολογήσουν / θα αοριστολογούν |
| Παρακείμενος | έχω αοριστολογήσει | έχεις αοριστολογήσει | έχει αοριστολογήσει | έχουμε αοριστολογήσει | έχετε αοριστολογήσει | έχουν αοριστολογήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αοριστολογήσει | είχες αοριστολογήσει | είχε αοριστολογήσει | είχαμε αοριστολογήσει | είχατε αοριστολογήσει | είχαν αοριστολογήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →