Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αοσμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έλλειψη οσμής, χωρίς μυρωδιά Βικιλεξικό
    • Κυρίαρχο το λευκό χρώμα και φοβική η ταφική αοσμία των ρόδων που κοσμούσαν τις ανθοστήλες (Ελένη Πριοβόλου, Το τέλος του γαλάζιου ρόδου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014 https://books.google.gr/books?id=2Xp2BQAAQBAJ&lpg=PT342&dq=%22%CE%B1%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%AF%CE%B1%22&pg=PT342#v=onepage&q=%22%CE%B1%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%AF%CE%B1%22&f=false)

Ετυμολογία

αοσμία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀοσμία < ἄοσμος. Συγχρονικά αναλύεται σε άοσμ(ος) + -ία, ή σε α- στερητικό + οσμ(ή + -ία. Δείτε και ανοσμία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαοσμίααοσμίες
Γενικήαοσμίαςαοσμιών
Αιτιατικήαοσμίααοσμίες
Κλητικήαοσμίααοσμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →