Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόκαπνιστό χοιρινό κρέας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπάκιν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπάκιαπάκια
Γενικήαπακιούαπακιών
Αιτιατικήαπάκιαπάκια
Κλητικήαπάκιαπάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →