απάλυνση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού απαλύνω Βικιλεξικό
- Οι χωματουργικές εργασίας έχουν προχωρήσει στην εξωτερική πλευρά του τύμβου για απάλυνση του μνημείου από το βάρος των χωμάτων. (*)
Ετυμολογία
απάλυνση < απαλύνω + -ση < αρχαία ελληνική ἁπαλύνω < ἁπαλός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απάλυνση | απαλύνσεις |
| Γενική | απάλυνσης | απαλύνσεων |
| Αιτιατική | απάλυνση | απαλύνσεις |
| Κλητική | απάλυνση | απαλύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →