Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απάντληση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απαντλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απάντληση < αρχαία ελληνική ἀπάντλησις < ἀπαντλέω / ἀπαντλῶ < ἀντλέω / ἀντλῶ < ἄντλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπάντλησηαπαντλήσεις
Γενικήαπάντλησηςαπαντλήσεων
Αιτιατικήαπάντλησηαπαντλήσεις
Κλητικήαπάντλησηαπαντλήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →