απάρτιο
•
- σπάνιομέρος από συνολικό εξοπλισμό, εξάρτημα Βικιλεξικό
- Τουρκία-Ακούγιου: Η Ρωσία παρέδωσε κρίσιμο απάρτιο για τον πυρηνικό σταθμό (defence-point.gr, 30/07/2019 https://web.archive.org/web/20210624210857/https://www.defence-point.gr/news/akoygioy-i-rosia-paredose-krisimo-apartio-gia-ton-toyrkiko-pyriniko-stathmo)
- Σε αυτή τη στολή –ως απάρτιο- προβλεπόταν και ο τελετουργικός –πλέον- τελαμώνας με φυσιγγιοθήκη,χαρακτηριστικό επίσης όλων των έφιππων τμημάτων (sath.army.gr, ανάκτηση 21/6/2021 https://web.archive.org/web/20210624204223/https://sath.army.gr/el/istoria-telamonas-me-fysiggiothiki)
- παρωχημένοστον πληθυντικό, τα απάρτια: Βικιλεξικό
- παρωχημένοστον πληθυντικό, τα απάρτια: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απάρτιο < ἀπάρτιον • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →