Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απάχικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον απάχη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απάχικος < απάχης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπάχικοςαπάχικηαπάχικο
Γενικήαπάχικουαπάχικηςαπάχικου
Αιτιατικήαπάχικοαπάχικηαπάχικο
Κλητικήαπάχικεαπάχικηαπάχικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπάχικοιαπάχικεςαπάχικα
Γενικήαπάχικωναπάχικωναπάχικων
Αιτιατικήαπάχικουςαπάχικεςαπάχικα
Κλητικήαπάχικοιαπάχικεςαπάχικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →