απάχικος
•
- που έχει σχέση με τον απάχη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απάχικος < απάχης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απάχικος | απάχικη | απάχικο |
| Γενική | απάχικου | απάχικης | απάχικου |
| Αιτιατική | απάχικο | απάχικη | απάχικο |
| Κλητική | απάχικε | απάχικη | απάχικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απάχικοι | απάχικες | απάχικα |
| Γενική | απάχικων | απάχικων | απάχικων |
| Αιτιατική | απάχικους | απάχικες | απάχικα |
| Κλητική | απάχικοι | απάχικες | απάχικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →