απέκδυση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι Βικιλεξικό
- Η απέκδυση του χιτώνα ως τελετουργική πράξη στην αρχαιότητα.
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι Βικιλεξικό
- Η απέκδυση κοινωνικών ρόλων προς αναζήτηση αυθεντικότητας.
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι Βικιλεξικό
- Η συστηματική του απέκδυση από κάθε θεσμική ευθύνη μαρτυρούσε όχι ταπεινότητα αλλά αποφυγή λογοδοσίας.
Ετυμολογία
απέκδυση < ελληνιστική κοινή ἀπέκδυσις < ἀπεκδύω < αρχαία ελληνική ἐκδύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απέκδυση | απεκδύσεις |
| Γενική | απέκδυσης | απεκδύσεων |
| Αιτιατική | απέκδυση | απεκδύσεις |
| Κλητική | απέκδυση | απεκδύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →