Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απέκδυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι Βικιλεξικό
    • Η απέκδυση του χιτώνα ως τελετουργική πράξη στην αρχαιότητα.
  2. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι Βικιλεξικό
    • Η απέκδυση κοινωνικών ρόλων προς αναζήτηση αυθεντικότητας.
  3. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι Βικιλεξικό
    • Η συστηματική του απέκδυση από κάθε θεσμική ευθύνη μαρτυρούσε όχι ταπεινότητα αλλά αποφυγή λογοδοσίας.

Ετυμολογία

απέκδυση < ελληνιστική κοινή ἀπέκδυσις < ἀπεκδύω < αρχαία ελληνική ἐκδύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπέκδυσηαπεκδύσεις
Γενικήαπέκδυσηςαπεκδύσεων
Αιτιατικήαπέκδυσηαπεκδύσεις
Κλητικήαπέκδυσηαπεκδύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →